Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

ΟΞΥΑ, Η ΠΕΤΡΙΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Τεράστιοι και ασύμμετροι βράχοι, φτιαγμένοι από φέτες πέτρας, η μια τοποθετημένη πάνω στην άλλη, λες και κάποιος άριστος τεχνίτης τις τοποθέτησε με υπέρμετρη μαεστρία. Ανάμεσά τους ξεφυτρώνουν που και που οξυές και πουρνάρια... Λίγο πιο πέρα, μια σειρά βράχων σχηματίζουν ένα ημικύκλιο περικλύοντας ένα καταπράσινο Λιβάδι.

Απροσδόκητα εμφανίζονται από το πουθενά άντρες και γυναίκες κατά ζεύγη. Εκείνες με ταφταδένια κρινολίνα. Τα όμορφα μαλλιά τους στολίζουν μπούκλες και μεταξωτές κορδέλες. Στα χέρια κρατούν πολύχρωμες βεντάλιες. Οι άντρες φορούν χρυσοποίκιλτες μεσαιωνικές στολές και τα κεφάλια τους καλύπτουν λευκές περούκες. Χορεύουν κάτω από τους ήχους αυτής της μουσικής πανδαισίας.

Μα εδώ συμβαίνει κάτι το μυστήριο. Οι άνθρωποι είναι διάφανοι. Τόσο το θέαμα, όσο και ο ήχος, μου δημιουργούν μια παράξενη και πρωτόγνωρη ψυχική ευφορία. «Μα τι συμβαίνει, μήπως βρίσκομαι στον Παράδεισο» ακούω το υποσυνείδητό μου να αναρωτιέται. Κι ενώ παρακολουθώ συνεπαρμένη το μαγευτικό θέαμα, αντιλαμβάνομαι ότι είναι όνειρο. Σφίγγω τα βλέφαρά μου, για να μη ξυπνήσω και το χάσω. Αυτή όμως ήταν…η λάθος κίνηση. Ξύπνησα και δια μιας η μαγεία διαλύθηκε.

Δύο χρόνια πέρασαν κι όμως το όνειρο αυτό συχνά απασχολούσε τη σκέψη μου και προσπαθούσα να του δώσω κάποια ερμηνεία. Το περασμένο φθινόπωρο με ένα φιλικό μας ζευγάρι πήγαμε στα Ζαγοροχώρια. Αφού επισκεφτήκαμε το Τσεπέλοβο, Κήπους, Δίλοφο, Καπέσοβο, Γυφτόκαμπο, όπου φάγαμε αγριογούρουνο τηγανιά, συνοδευόμενο από κόκκινο κρασάκι, περάσαμε τη νύχτα μας στο Μονοδένδρι.

Την άλλη μέρα πρωί πρωί ξεκινήσαμε για την Αγία Παρασκευή, να δούμε τη χαράδρα και τη Μονή του Αγίου Ιωάννου Ρογκοβού. Άλλη περίπτωση εδώ! Τι να πρωτοπείς και τι να πρωτογράψεις όταν επισκεφτείς τα Ζαγοροχώρια, που είναι μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης!

Γυρίζοντας από την πρωινή μας εξόρμηση έχοντας στη σκέψη μας εικόνες απείρου κάλλους, ετοιμαστήκαμε να αναχωρήσουμε για το Δυτικό Ζαγόρι, όπως άλλωστε και το πρόγραμμά μας.

Εγώ όμως, είχα δει στον χάρτη ότι λίγα χιλιόμετρα από το Μονοδένδρι υπάρχει κάποια περιοχή «ΟΞΥΑ» και μου είχε καρφωθεί στο νου να την δω οπωσδήποτε.

Γύρω στα πέντε χιλιόμετρα άρχισε η μουρμούρα. «Πάμε να φύγουμε, ο δρόμος είναι χάλια, θα ξεκάνουμε το αμάξι» . Κι εκεί πάνω στη γκρίνια, για καλή μου τύχη, σε μια στροφή του δρόμου, παρουσιάστηκε μπροστά μας…το ανείπωτο. Έκπληκτοι είδαμε να ξεφυτρώνουν αγέρωχοι οι βράχοι της ΟΞΥΑΣ σαν απόρθητο Κάστρο. «Σταμάτα» φώναξα και χωρίς να το καταλάβω μουρμούρισα συγκλονισμένη «Η πέτρινη Πολιτεία μου, η Πολιτεία που ονειρεύτηκα».

Σαν σταμάτησε το αμάξι όρμησα σαν αγριοκάτσικο στα παράξενα βράχια. Σκαρφάλωσα στο πιο ψηλό σημείο και ως εκεί που έφτανε το βλέμμα μου το έδαφος ήταν σπαρμένο με αυτούς τους μυστικοπαθείς βράχους. Γύρω απλωνόταν μια αινιγματική σιωπή, σαν ετούτο το κομμάτι της γης να το ’χε καταραστεί κάποια μάγισσα, να κοιμάται κάτω από τον καταγάλανο ουρανό, αγκαλιά με τις οξυές και τα ρόμπολα.

Ρίγη συγκίνησης διαπέρασαν το κορμί μου από αυτό το απροσδόκητο συναπάντημα. Στάθηκα στην άκρη του βράχου, που είχα σκαρφαλώσει και άφησα τη μαγεία της ασύγκριτης ομορφιάς του τοπίου να με συνεπάρει.

Τα’ αγκαλιάσματα των φίλων μας με απέσπασαν από τη γαλήνη που είχε πλημμυρίσει την ύπαρξή μου. «Να είσαι καλά που επέμενες να έρθουμε. Είναι όντως κάτι που δεν ξαναείδαμε σε Αμερική και Ευρώπη που πήγαμε. Είναι κάτι ανεπανάληπτο. Μου θυμίζει Σεληνιακό τοπίο».

Με χίλια ζόρια μας έπεισε ο σύζυγός μου να κατεβούμε από τα βράχια. Συνεχίσαμε με το αμάξι, γιατί οι πινακίδες έδειχναν ότι, σε κάποιο σημείο είχε θέα στη χαράδρα του Βίκου. Όσο προχωρούσαμε το πράσινο πύκνωνε και οι βράχοι αραίωναν. Λίγο πριν φτάσουμε στον τελικό προορισμό, νάσου, ξεφυτρώνει μπροστά μας και το Λιβάδι με τους βράχους σε ημικύκλιο. Ήταν ολόϊδιο με εκείνο του ονείρου, μόνο οι άνθρωποι και η μουσική έλειπαν.

Κι ενώ κοίταζα με τα μάτια ορθάνοιχτα, συλλογιζόμουν: «Πόσα ανεξήγητα υπάρχουν στη ζωή μας;» Αλήθεια, μήπως ζούμε πολλές ζωές; Μήπως σε κάποια από τις προηγούμενες ζωές μου, έζησα εδώ; Μήπως υπήρξα νεραϊδόπλασμα ή ξωτικό;

Επιζητώντας την απομόνωση, ώστε να βρεθώ σε άμεση επικοινωνία με όλα όσα με περιτριγύριζαν, απομακρύνθηκα από την υπόλοιπη παρέα. Δρασκέλησα το χορταριασμένο μονοπάτι με τις φτέρες και τα πουρνάρια, σχεδόν χορεύοντας, γιατί εδώ δεν περπατάς, εδώ χορεύεις, πηδάς ή πετάς. Ανάμεσα από το παχύ χαλί των νεκρών φύλλων ξεπρόβαλαν αισιόδοξα, γεμάτα ζωντάνια και δροσοσταλίδες τα ρόδινα κεφαλάκια των κυκλάμινων, σαν να ήθελαν να φωνάξουν: "Εδώ η ζωή, εδώ κι ο θάνατος μαζί αδελφωμένοι".

Η δροσερή φθινοπωριάτικη αύρα έφερε στα ρουθούνια μου το μεθυστικό άρωμα του βρεγμένου χώματος κι ο ζωογόνος ήλιος διαπερνώντας τις φυλλωσιές χάϊδεψε γλυκά το κορμί μου, που ριγούσε μέσα σε τούτη τη μοναδική γραφικότητα.

Προχωρώντας βρέθηκα μπροστά σ’ ένα μικρό εξώστη χτισμένο στο χείλος του γκρεμού, Παράπλευρα, ένα μικρό εικονοστάσι. Άναψα το καντηλάκι και προσκύνησα. Ύστερα στάθηκα στον εξώστη, αγνάντεψα τα διάσελα, τις απάτητες κορυφές, την άβυσσο της χαράδρας, τις αιωνόβιες Οξυές, τις φτελιές, τα ρόμπολα, τους θάμνους, που είχαν ντυθεί με τα φθινοπωρινά τους χρώματα. Ποικίλες αποχρώσεις του κίτρινου, του πράσινου, του πορφυρού και του καφέ και όλα αυτά να συνυπάρχουν σφιχταγκαλιασμένα στις πλαγιές της χαράδρας. Μπροστά σε τούτη την απεραντοσύνη ένοιωσα πόσο μικρή, πόσο ασήμαντη είμαι, ίσως όσο μια κουκιδίτσα στο άπειρο. Ύψωσα το βλέμμα στον καταγάλανο ουρανό και μουρμούρισα εκστασιασμένη: «Μεγάλα και θαυμαστά τα έργα Σου Κύριε».

Ακόμη δεν μπορώ να εξηγήσω ποια υπέρτατη δύναμη με οδήγησε στην «Πέτρινη Πολιτεία» με τα μυστηριώδη βράχια και την μοναδική θέα στη χαράδρα του Βίκου.

Εγώ θα μείνω με τα ερωτηματικά μου και με την γοητεία που απλόχερα μου προσέφερε!

Μα εσείς μη παραλείψετε να γνωρίσετε την «Πέτρινη Πολιτεία» σαν βρεθείτε στα Ζαγοροχώρια. Είναι μια από τις πλέον παράδοξες και υπέροχες εμπειρίες. 
 
Αρίστη